Τα περιστατικά θανάτων νέων ανθρώπων σε πανεπιστημιακούς χώρους καθιστούν σαφή την ανάγκη ενίσχυσης των πολιτικών πρόληψης της αυτοκτονίας και της έγκαιρης υποστήριξης των νέων, ώστε τέτοιες απώλειες να μπορούν να προληφθούν. Παρότι κάθε περιστατικό έχει τις δικές του ιδιαίτερες συνθήκες και δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί σε έναν και μόνο παράγοντα, η επιστημονική γνώση είναι σαφής: η αυτοκτονικότητα συνδέεται με την ψυχική υγεία και κατά συντριπτική πλειοψηφία εκδηλώνεται στο πλαίσιο της ευαλωτότητας προς τις ψυχικές δυσκολίες και έντονης ψυχικής δυσφορίας.
Η περίοδος της ύστερης εφηβείας και της πρώιμης ενήλικης ζωής αποτελεί μάλιστα μία από τις πιο ευάλωτες φάσεις για την εμφάνιση τέτοιων δυσκολιών, καθώς τότε εκδηλώνεται μεγάλο μέρος των ψυχικών διαταραχών για πρώτη φορά. Διεθνή επιδημιολογικά δεδομένα υποδεικνύουν ότι περίπου το 75% των ψυχικών διαταραχών έχουν έναρξη πριν από την ηλικία των 24 ετών. Παράλληλα, η μετάβαση στην πανεπιστημιακή ζωή συνοδεύεται συχνά από σημαντικές ψυχοκοινωνικές προκλήσεις. Η απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον, η ακαδημαϊκή πίεση, η οικονομική ανασφάλεια, η κοινωνική απομόνωση ή η δυσκολία προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον μπορούν να επιβαρύνουν σημαντικά την ευαλωτότητα ενός νέου ανθρώπου.
Η αναγνώριση αυτής της ευαλωτότητας δεν αποτελεί ζήτημα ατομικής ευθύνης, αλλά ζήτημα συλλογικής και θεσμικής μέριμνας. Τα πανεπιστήμια δεν είναι μόνο χώροι εκπαίδευσης, αλλά και χώροι ζωής για χιλιάδες νέους ανθρώπους. Ως εκ τούτου, οφείλουν να ενσωματώνουν συστηματικά πολιτικές προαγωγής της ψυχικής υγείας και πρόληψης της αυτοκτονίας.
Η ύπαρξη επαρκώς στελεχωμένων υπηρεσιών ψυχικής υγείας, η εκπαίδευση του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού στην αναγνώριση ενδείξεων αυτοκτονικού κινδύνου, η ενίσχυση μηχανισμών έγκαιρης παρέμβασης και η ανάπτυξη υποστηρικτικών ακαδημαϊκών κοινοτήτων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός ασφαλούς πανεπιστημιακού περιβάλλοντος.
Η αυτοκτονία δεν είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός. Αντίθετα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι σημαντικός αριθμός περιστατικών μπορεί να προληφθεί μέσω συντονισμένων δράσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει η ανάπτυξη στρατηγικών προσυμπτωματικού (pre-symptomatic) εντοπισμού ψυχικής ευαλωτότητας στους φοιτητές. Ο προσυμπτωματικός έλεγχος δεν αποσκοπεί στη διάγνωση ψυχικών διαταραχών, αλλά στην έγκαιρη αναγνώριση ενδείξεων ψυχικής δυσφορίας και αυξημένου κινδύνου πριν αυτές εξελιχθούν σε δυσκολίες που απειλούν τη ζωή των ατόμων. Η προσέγγιση αυτή προϋποθέτει τη συνεργασία των πανεπιστημιακών δομών ψυχικής υγείας με το ευρύτερο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον των φοιτητών. Προς αυτήν την κατεύθυνση, η ενημέρωση και συμβουλευτική των γονέων και των οικείων σχετικά με τους τρόπους αναγνώρισης της ψυχικής κρίσης, τις διαθέσιμες υπηρεσίες υποστήριξης και τις κατάλληλες στρατηγικές ανταπόκρισης μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην έγκαιρη παρέμβαση και στην προστασία της ψυχικής υγείας των νέων.
Τέλος, η ΚΛΙΜΑΚΑ έχει αναπτύξει παρεμβάσεις ενημέρωσης και πρόληψης σε πανεπιστημιακά ιδρύματα, με στόχο την ευαισθητοποίηση φοιτητών και προσωπικού γύρω από ζητήματα ψυχικής υγείας και αυτοκτονικότητας. Οι παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, ενημέρωση για τη 24ωρη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018 και τις διαθέσιμες υπηρεσίες υποστήριξης.
