
Σε κάθε τόπο υπάρχουν ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ σε βιβλία, μα πέρασαν από στόμα σε στόμα. Μνήμες που οι κάτοικοι κουβαλούν σαν βάρος και σαν προειδοποίηση. Στους Παξούς, ένας ηλικιωμένος, ο κ. Γιάννης, μας μίλησε για μια τέτοια ιστορία: για ένα πηγάδι που στάθηκε μάρτυρας αλλεπάλληλων θανάτων, απωλειών που σφράγισαν γενιές της ίδιας οικογένειας.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα τοπικό θρύλο· πίσω από τα λόγια του αναδύεται το βίωμα μιας μικρής κοινωνίας που είδε μέλη της να χάνονται το ένα μετά το άλλο, σε μικρά χρονικά διαστήματα. Αυτό που οι επιστήμονες περιγράφουν ως συστάδες αυτοκτονιών (suicide clusters), οι άνθρωποι το βίωσαν ως ντόμινο απωλειών. Ένας θάνατος άνοιγε τον δρόμο για τον επόμενο, αφήνοντας πίσω του φόβο, σιωπή και ανεξίτηλο αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη.

Το Κέντρο για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας καταγράφει τέτοιες αφηγήσεις, όχι μόνο για να διασώσει τη μνήμη αλλά και για να φωτίσει την αθέατη πλευρά της αυτοκτονίας: το πώς ο πόνος εξαπλώνεται, πώς ο θάνατος γίνεται παράδειγμα και, κυρίως, πώς η σιωπή μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη.

Η αφήγηση του κ. Γιάννη δεν είναι απλώς ένα κομμάτι τοπικής ιστορίας. Είναι μια υπενθύμιση για όλους μας: ότι η έγκαιρη παρέμβαση, η ανοιχτή κουβέντα και η στήριξη μπορούν να σταματήσουν τον κύκλο, πριν η σκιά απλωθεί και σε άλλους.
«Το πηγάδι…»
Αφήγηση του κ. Γιάννη, Παξοί
«Αχ παιδί μου… το ξέρεις το πηγάδι; Εκεί κάτω απ’ τη συκιά, στο μονοπάτι για τ’ αλώνι; Ναι… εκεί. Τώρα το ’χουν σφραγισμένο, πέτρες κι ασβέστη. Μα παλιά… έπινε όλο το χωριό νερό. Και ψυχές.
Ο πρώτος… ήτανε το ’18. Ο Αντώνης. Μικρός, 23 χρονώ. Γύρισε απ’ τον πόλεμο, άλλαξε το βλέμμα του. Δυο μήνες, ούτε μιλιά, ούτε χαμόγελο. Ένα βράδυ με νοτιά… πάει. Μέσα. Τέλος.
Μετά… ούτε τρία χρόνια δεν πέρασαν. Ο Σπύρος, ο μεσαίος. Χήρεψε. Η γυναίκα πέθανε στη γέννα. Κλείστηκε στο σπίτι, σαράντα μέρες. Κι ύστερα… μεσημέρι, έτσι, καταμεσήμερο, πήρε τον δρόμο για το πηγάδι. Έπεσε. Μπλουμ.
Κι από κει… σαν να ξύπνησε κάτι. Το ’32 ο Μιχάλης, χρέη τον φάγανε. Το ’33 η Δέσπω, το παιδί της έχασε. Δυο ψυχές, μέσα σ’ έναν χρόνο. Δεν είναι τυχαία αυτά. Ο κόσμος έλεγε: «Άμα πέσει ένας… θα ’ρθει κι άλλος». Κι έτσι γινότανε.
Στα ’50… τρεις θάνατοι σε τέσσερα χρόνια. Τρεις! Σα να δένανε τα χέρια τους, να τραβούσαν ο ένας τον άλλον μέσα.
Τον τελευταίο… τον θυμάμαι σαν τώρα. Ο Νικόλας, το ’72. Ο αδερφός του χάθηκε το φθινόπωρο. Κι αυτός… τρεις μήνες κράτησε. Μόλις τρεις. Άνοιξη πήγε. Μπροστά στα μάτια μας.
Εμείς τον βγάλαμε. Δεν λέγονται αυτά. Σιγή… ούτε τα τζιτζίκια δεν ακουγόντουσαν.
Γι’ αυτό σου λέω… δεν ήταν απλό πηγάδι. Κάθε φορά που ’παιρνε έναν, γρήγορα ζητούσε κι άλλον. Σαν να ’κανε κάλεσμα.
Τώρα; Τώρα περνάμε και δεν κοιτάμε. Ούτε μέσα, ούτε γύρω. Μόνο κάνουμε τον σταυρό μας. Γιατί το κακό, άμα το ξυπνήσεις… ποιος το σταματάει;»

Οι ιστορίες σαν αυτή δεν είναι μόνο μνήμη. Είναι υπενθύμιση πως ο πόνος μπορεί να γίνει μεταδοτικός, αλλά και πως η σιωπή τρέφει τον κύκλο της απώλειας.

Η πρόληψη της αυτοκτονίας είναι δυνατή. Με το να μιλάμε ανοιχτά, να στεκόμαστε δίπλα στον άνθρωπο που υποφέρει, μπορούμε να σπάσουμε την αλυσίδα και να κρατήσουμε τη ζωή εκεί που ανήκει: στο φως