Taking too long? Close loading screen.
Select Page

Η σχιζοφρένεια, σύνθετη λέξη από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «σχίζειν» και «φρένα» αποτελεί νευροψυχιατρική νόσο που ανήκει στην ομάδα των ψυχώσεων και παρατηρείται κυρίως σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες. Αν και η μέση ηλικία εμφάνισης της διαταραχής δεν έχει καθοριστεί, τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας εμφανίζονται συνήθως μεταξύ της ηλικίας 16 και 30 ετών. Τον όρο εισήγαγε ο Ελβετός ψυχολόγος Eugen Bleuler.

Στην Κλίμακα και στο Κέντρο ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας, δουλεύουμε χρόνια με ασθενείς με σχιζοφρένεια και άλλες ψυχικές διαταραχές και ακριβώς γι αυτό το λόγο, σε πλαίσιο πάντοτε επιστημονικό, χωρίς να υιοθετούμε a priori την έρευνα που ακολουθεί, κρίνουμε σημαντικό να τη μοιραστούμε μαζί σας. Ωστόσο, κρίνουμε πως θα ήταν καλό να μοιραστούμε λίγα ακόμα πράγματα για τη νόσο σχετικά…

Πρόκειται για μια ψυχική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από διαταραχές της αντίληψης της πραγματικότητας, ενώ βέβαια έχει αποκλειστεί προηγουμένως οποιαδήποτε οργανική βλάβη του νευρικού συστήματος σε κάθε νέο ασθενή. Συνήθως τα άτομα με σχιζοφρένεια έχουν ακουστικές ψευδαισθήσεις, λιγότερο συχνά οπτικές ψευδαισθήσεις, παρανοϊκές ιδέες και αποδιοργανωμένη ομιλία και σκέψη («φυγή ιδεών»), γεγονός που τους δημιουργεί συχνά προβλήματα στην κοινωνική τους αλληλεπίδραση.

Τα αίτια της σχιζοφρένειας δεν έχουν εντοπιστεί πλήρως, αλλά είναι κυρίως βιολογικής και ψυχοκοινωνικής φύσεως.

Προσφάτως διεξήχθη η μεγαλύτερη έρευνα σε ότι αφορά το κομμάτι της κληρονομικότητας στη σχιζοφρένεια, από επιστήμονες στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και υποδηλώνει ότι σχεδόν το 80% της πιθανότητας εμφάνισης σχιζοφρένειας, μπορεί να είναι γενετικό.

Κληρονομικότητα και Σχιζοφρένεια – Η έρευνα

H Dr. Hilker και οι συνεργάτες της σε αυτή την έρευνα, χρησιμοποίησαν στοιχεία από το μητρώο διδύμων της Δανίας και το Μητρώο Ψυχιατρικής Έρευνας στη Δανία εξίσου προκειμένου να προσδιορίσουν περισσότερα από 31.000 ζευγάρια δίδυμων που γεννήθηκαν μεταξύ του 1951 και του 2000.

Αυτό το δείγμα μελέτης παρακολουθήθηκε κλινικά για σχεδόν 11 χρόνια και οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν σύνθετα στατιστικά μοντέλα για να αξιολογήσουν τους δείκτες σύγκρισης των διδύμων.

Είναι σημαντικό εδώ να αναφερθεί πως οι στατιστικές μελέτες για την κληρονομικότητα εξετάζουν ανθρώπους οι οποίοι μέχρι και το τέλος της μελέτης είτε έχουν διαγνωσθεί με την ασθένεια, είτε όχι.

Ωστόσο, δεν συνυπολογίζουν τον κίνδυνο ανάπτυξης της νόσου μετά την ολοκλήρωση της έρευνας. Η συγκεκριμένη έρευνα περιελάμβανε μια πιο πρόσφατη στατιστική μέθοδο που ονομάζεται «αντίστροφος υπολογισμός πιθανοτήτων».

Έχοντας λοιπόν εφαρμόσει αυτές τις μεθόδους, οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το ποσοστό κληρονομικότητας στη σχιζοφρένεια ανέρχεται στο 79%.

Επίσης, όταν οι ερευνητές συμπεριέλαβαν τις διαταραχές φάσματος σχιζοφρένειας, όπως σχιζοσυναισθηματικές διαταραχές, ή σχιζότυπες και σχιζοειδείς διαταραχές προσωπικότητας, το ποσοστό κληρονομικότητας που προέκυψε, άγγιξε το 73%.

Η σημασία της εν λόγω έρευνας για την επιστημονική, ιατρική κοινότητα όπως μπορεί κανείς να αντιληφθεί, είναι πολύ μεγάλη μιας και μπορεί μελλοντικά να συμβάλλει σε μελέτες που σχετίζονται με τα γονιδιώματα.

Πηγή έρευνας: medicalnewstoday.com

Pin It on Pinterest

Share This

Share this post with your friends!