Taking too long? Close loading screen.
Select Page
Στην προληπτική ιατρική, η φροντίδα δεν αρχίζει απαραίτητα με την εκδήλωση της νόσου. Προηγούνται η λήψη του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού, η αναγνώριση παραγόντων κινδύνου, η εφαρμογή επιστημονικά τεκμηριωμένων προληπτικών παρεμβάσεων και, όπου ενδείκνυται, η συστηματικότερη παρακολούθηση των ατόμων με αυξημένη ευαλωτότητα.
Σε νοσήματα όπως ορισμένες μορφές καρκίνου, η γενετική προδιάθεση δεν ισοδυναμεί με βεβαιότητα νόσησης. Αποτελεί, ωστόσο, κλινικά αξιοποιήσιμη πληροφορία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε εξατομικευμένη παρακολούθηση, τροποποίηση παραγόντων κινδύνου, προληπτικές παρεμβάσεις και έγκαιρη διάγνωση.
Τι θα άλλαζε εάν η ίδια προληπτική λογική εφαρμοζόταν, με την απαιτούμενη επιστημονική ακρίβεια, και στην αυτοκτονικότητα;
Η αναλογία δεν προϋποθέτει ότι η αυτοκτονικότητα αποτελεί νόσο αντίστοιχη με τον καρκίνο. Αναδεικνύει, όμως, τη δυνατότητα μετάβασης από ένα μοντέλο που ενεργοποιείται κυρίως μετά την εκδήλωση της κρίσης σε ένα μοντέλο έγκαιρης αναγνώρισης και διαχρονικής φροντίδας της ατομικής ευαλωτότητας.
Η αυτοκτονικότητα δεν αποτελεί ενιαία διαγνωστική οντότητα ούτε προκύπτει από ένα μεμονωμένο αίτιο. Ο όρος περιγράφει ένα σύνθετο φάσμα που μπορεί να περιλαμβάνει σκέψεις θανάτου, αυτοκτονικό ιδεασμό, σχεδιασμό και απόπειρα αυτοκτονίας. Η εμφάνισή της συνδέεται με τη δυναμική αλληλεπίδραση γενετικών, νευροβιολογικών, κλινικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Η ψυχική ευαλωτότητα δεν αποτελεί αδυναμία χαρακτήρα, ψυχιατρική διάγνωση ή προδιαγεγραμμένη πορεία. Πρόκειται για μια δυναμική παράμετρο, η οποία μπορεί να αυξάνεται ανά περιόδους ή μπορεί να περιορίζεται μέσω της έγκαιρης θεραπείας, των υποστηρικτικών σχέσεων, της κοινωνικής σύνδεσης, της συνέχειας της φροντίδας και της ενίσχυσης των διαθέσιμων μηχανισμών αντιμετώπισης.
Οι οικογενειακές μελέτες και οι μελέτες διδύμων υποδεικνύουν ότι η αυτοκτονική συμπεριφορά παρουσιάζει σημαντική, αλλά όχι αποκλειστική, γενετική συνιστώσα. Οι εκτιμήσεις της κληρονομικότητας κυμαίνονται περίπου μεταξύ 30% και 55%, ανάλογα με τον πληθυσμό, τη μεθοδολογία και το υπό μελέτη φαινότυπο, δηλαδή εάν εξετάζεται ο αυτοκτονικός ιδεασμός, η απόπειρα ή ο θάνατος από αυτοκτονία.
Η κληρονομικότητα αποτελεί στατιστική εκτίμηση που αφορά τις διαφορές οι οποίες παρατηρούνται σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό και υπό συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες. Δεν σημαίνει ότι ένα αντίστοιχο ποσοστό της αυτοκτονικότητας ενός συγκεκριμένου ανθρώπου οφείλεται στα γονίδιά του. Ούτε επιτρέπει τον υπολογισμό μιας ακριβούς ατομικής πιθανότητας.
Δεν υπάρχει ένα «γονίδιο της αυτοκτονίας». Η γενετική αρχιτεκτονική της αυτοκτονικής συμπεριφοράς είναι πολυγονιδιακή: περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό γενετικών παραλλαγών, καθεμία από τις οποίες ασκεί πολύ μικρή μεμονωμένη επίδραση. Η γενετική προδιάθεση φαίνεται επίσης να επικαλύπτεται εν μέρει με τη γενετική αρχιτεκτονική ψυχιατρικών διαταραχών και άλλων κλινικών ή συμπεριφορικών χαρακτηριστικών, χωρίς να ταυτίζεται πλήρως με αυτά.
Σήμερα δεν υπάρχει γενετική εξέταση, πολυγονιδιακός δείκτης, εργαστηριακός βιοδείκτης ή απεικονιστικό εύρημα με επαρκή ευαισθησία, ειδικότητα και θετική προβλεπτική αξία ώστε να μπορεί να προβλέψει αξιόπιστα εάν και πότε ένας συγκεκριμένος άνθρωπος θα εκδηλώσει αυτοκτονικότητα. Η απουσία ενός τέτοιου δείκτη δεν σημαίνει ότι η πρόληψη πρέπει να αναβάλλεται μέχρι την εμφάνιση της κρίσης. Υποδεικνύει ότι η εκτίμηση της ευαλωτότητας χρειάζεται να είναι πολυπαραγοντική, εξατομικευμένη και επαναλαμβανόμενη και να μην περιορίζεται στην αναζήτηση ενός μοναδικού «δείκτη κινδύνου».
Από τη γενετική πληροφορία στο ατομικό προφίλ ευαλωτότητας. Πώς θα έμοιαζε μια πραγματικά προληπτική προσέγγιση;
Μια επιστημονικά τεκμηριωμένη προληπτική προσέγγιση θα ξεκινούσε πριν από την εμφάνιση της οξείας κρίσης και θα περιελάμβανε:
• Συστηματική καταγραφή του ατομικού και οικογενειακού ιστορικού ψυχικών διαταραχών, εξαρτήσεων, αυτοτραυματισμών, αποπειρών και αυτοκτονιών, χωρίς στιγματισμό ή μοιρολατρικές ερμηνείες.
• Ολοκληρωμένη κλινική εκτίμηση της ψυχικής κατάστασης, της λειτουργικότητας, της απελπισίας, του αισθήματος εγκλωβισμού, του ύπνου, της χρήσης ουσιών, του χρόνιου πόνου, των πρόσφατων απωλειών, του ιστορικού αυτοκτονικής συμπεριφοράς και της πρόσβασης σε μέσα αυτοκτονίας.
• Επαναξιολόγηση σε κρίσιμες μεταβάσεις, όπως μετά από σοβαρή διάγνωση, σημαντική απώλεια, απόπειρα αυτοκτονίας, νοσηλεία, ουσιώδη αλλαγή της θεραπείας ή εξιτήριο.
• Εξατομικευμένη ενημέρωση για την ψυχική ευαλωτότητα, ώστε κάθε άτομο να γνωρίζει τους παράγοντες που το επιβαρύνουν, τα πρώιμα σημεία μεταβολής της ψυχικής του κατάστασης και τις συνθήκες υπό τις οποίες απαιτείται επαγγελματική αξιολόγηση.
• Έγκαιρη διάγνωση και κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση των ψυχικών και σωματικών νοσημάτων, του χρόνιου πόνου, των διαταραχών ύπνου και των διαταραχών που σχετίζονται με τη χρήση ουσιών.
• Συνδιαμόρφωση εξατομικευμένου σχεδίου ασφάλειας, με αναγνώριση των προσωπικών προειδοποιητικών σημείων, συγκεκριμένες στρατηγικές αντιμετώπισης, διαθέσιμα πρόσωπα επικοινωνίας και σαφή πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης.
• Περιορισμό της πρόσβασης σε δυνητικά θανατηφόρα μέσα, ο οποίος αποτελεί μία από τις βασικές τεκμηριωμένες παρεμβάσεις δημόσιας υγείας που περιλαμβάνονται στην προσέγγιση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.
• Ενεργή παρακολούθηση και διασφάλιση της συνέχειας της φροντίδας, ιδιαίτερα μετά από απόπειρα αυτοκτονίας, ψυχιατρική νοσηλεία ή εξιτήριο, χωρίς να μετατίθεται αποκλειστικά στο άτομο η ευθύνη της επανασύνδεσης με τις υπηρεσίες.
• Εκπαίδευση για την ψυχική υγεία στα σχολεία και στην κοινότητα, με στόχο την αναγνώριση της ψυχικής δυσφορίας, την κατανόηση των παραγόντων ευαλωτότητας, τη μείωση του στίγματος και την έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας.
• Υποστήριξη της καθημερινής σωματικής και ψυχικής φροντίδας, μέσα από επαρκή και σταθερό ύπνο, ισορροπημένη διατροφή, σωματική δραστηριότητα προσαρμοσμένη στην κατάσταση της υγείας, διαχείριση του στρες, κοινωνική σύνδεση και περιορισμό της επιβλαβούς χρήσης αλκοόλ και άλλων ουσιών. Οι παράγοντες αυτοί δεν υποκαθιστούν την κλινική αξιολόγηση ή τη θεραπεία, αλλά μπορούν να ενταχθούν σε ένα συνολικό σχέδιο μείωσης της ψυχικής επιβάρυνσης.
Για την ΚΛΙΜΑΚΑ, η μετάβαση από την αντιμετώπιση της κρίσης στη συστηματική και διαχρονική φροντίδα της ψυχικής ευαλωτότητας αποτελεί αναγκαίο επόμενο βήμα στην πρόληψη της αυτοκτονίας. Στόχος είναι να αναγνωρίζουμε εγκαίρως την επιβάρυνση, να παρεμβαίνουμε στους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου και να διασφαλίζουμε ότι κανένας άνθρωπος δεν θα φτάνει μόνος και χωρίς πρόσβαση σε φροντίδα στο σημείο όπου ο ψυχικός πόνος γίνεται δυσβάσταχτος.

Pin It on Pinterest

Share This

Share this post with your friends!