Το κείμενο που ακολουθεί αποτυπώνει την εμπειρία εφαρμογής του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης στις Μονάδες Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα που προκύπτουν στην πράξη. Έχει υποβληθεί στα αρμόδια Υπουργεία, με στόχο να συμβάλει στον θεσμικό διάλογο και στην προώθηση αναγκαίων βελτιώσεων, προς ένα πιο σύγχρονο, υποστηρικτικό και δικαιωματοκεντρικό πλαίσιο.
________________________________________
________________________________________
Έννοια της δικαστικής συμπαράστασης.
Η δικαστική συμπαράσταση αποτελεί μέτρο νομικής προστασίας, το οποίο επιβάλλεται με δικαστική απόφαση σε πρόσωπα που αδυνατούν, εν όλω ή εν μέρει, να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους, και περιλαμβάνει την ανάθεση της επιμέλειας προσωπικών ή/και περιουσιακών ζητημάτων σε ορισμένο συμπαραστάτη, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
________________________________________
Πλαίσιο και βασικές αρχές.
Οι ωφελούμενοι των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης, ανεξαρτήτως του καθεστώτος δικαστικής συμπαράστασης, παραμένουν φορείς πλήρων δικαιωμάτων. Η εφαρμογή του θεσμού οφείλει να διασφαλίζει:
• τον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας,
• την ενίσχυση της αυτονομίας και του αυτοκαθορισμού,
• την υποστήριξη της κοινωνικής ένταξης και συμμετοχής,
• τη διαφάνεια και υπευθυνότητα στη διαχείριση των οικονομικών πόρων.
Παράλληλα, η πρακτική εφαρμογή του θεσμού στις Μονάδες καθιστά αναγκαία τη διασφάλιση βασικών προϋποθέσεων για την καθημερινή διαβίωση των ωφελούμενων, ιδίως ως προς:
• την τακτική και επαρκή διάθεση χρηματικών ποσών για προσωπικές ανάγκες,
• την κάλυψη δαπανών που σχετίζονται με κοινωνικές δραστηριότητες, μετακινήσεις, ένδυση και προσωπική φροντίδα, καθώς και έκτακτες ανάγκες,
• τη σαφή συμφωνία ως προς το ύψος και τη συχνότητα απόδοσης χρημάτων,
• τη μη παρεμπόδιση συμμετοχής σε θεραπευτικές και κοινωνικές δραστηριότητες για οικονομικούς λόγους,
• τη συνεργασία με την επιστημονική ομάδα και τον σεβασμό του εξατομικευμένου θεραπευτικού πλάνου.
________________________________________
Διαπιστώσεις από την εφαρμογή του θεσμού.
Από την εμπειρία λειτουργίας των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης προκύπτουν σημαντικές αδυναμίες στην εφαρμογή του θεσμού της δικαστικής συμπαράστασης, οι οποίες αναδεικνύουν την ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισής του με τις αρχές της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία.
Ειδικότερα, διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
• Ο θεσμός εξακολουθεί, στην πράξη, να διατηρεί κυρίως προστατευτικό χαρακτήρα, χωρίς να ενσωματώνει επαρκώς την υποστηρικτική διάσταση που ενισχύει τον αυτοκαθορισμό και την αυτονομία του ατόμου, προσεγγίζοντας σε αρκετές περιπτώσεις ένα μοντέλο υποκατάστασης της βούλησης αντί υποστήριξης λήψης αποφάσεων.
• Η δικαιοπρακτική ικανότητα τείνει να αξιολογείται με βάση τη διάγνωση ή την ύπαρξη αναπηρίας, αντί να προσεγγίζεται λειτουργικά, βάσει της πραγματικής ικανότητας του ατόμου να λαμβάνει αποφάσεις σε συγκεκριμένους τομείς της ζωής του.
• Δεν διασφαλίζεται με συστηματικό τρόπο η παροχή εξατομικευμένης υποστήριξης, προσαρμοσμένης στις ανάγκες και τις περιστάσεις κάθε ωφελούμενου, με αποτέλεσμα διαφοροποιήσεις στην εφαρμογή του θεσμού.
• Δεν προβλέπεται σαφής χρονικός περιορισμός της δικαστικής συμπαράστασης, ενώ η άρση της εφαρμόζεται περιορισμένα στην πράξη, ακόμη και σε περιπτώσεις που θα μπορούσαν να τεθούν υπό επανεξέταση.
• Παρατηρούνται δυσχέρειες στη συνεργασία μεταξύ δικαστικών συμπαραστατών και επιστημονικών ομάδων των Μονάδων, καθώς και καθυστερήσεις ή ασυνέπεια στην απόδοση χρηματικών ποσών προς τους ωφελούμενους, μερικές φορές ακόμη και ανεπαρκής κάλυψη βασικών αναγκών παρά την ύπαρξη διαθέσιμων πόρων.
• Διαπιστώνεται περιορισμένη συμμετοχή των επαγγελματιών των Μονάδων στις δικαστικές διαδικασίες, παρά τη δυνατότητα ουσιαστικής συμβολής τους στην αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του ατόμου.
• Αναδεικνύονται δυσχέρειες στην έγκαιρη αναγνώριση και τεκμηρίωση πιθανών περιπτώσεων εκμετάλλευσης ή καταστρατήγησης δικαιωμάτων των ωφελούμενων, λόγω έλλειψης σαφών εργαλείων και διαδικασιών.
• Τέλος, παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις ανεπαρκής συνεργασία ή ανταπόκριση δικαστικών συμπαραστατών σε ζητήματα καθημερινής φροντίδας, υγείας και κοινωνικής υποστήριξης, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης των μηχανισμών εποπτείας, διαφάνειας και λογοδοσίας, προκειμένου να διασφαλίζεται αποτελεσματικότερα η προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των ωφελούμενων και να αποτρέπονται φαινόμενα καταχρηστικής ή ανεπαρκώς ελεγχόμενης διαχείρισης.
________________________________________
Προτάσεις βελτίωσης
Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση των ακόλουθων:
• Θέσπιση συγκεκριμένων και αντικειμενικών διαδικασιών αξιολόγησης των αναγκών των ωφελούμενων, με στόχο την παροχή εξατομικευμένης υποστήριξης.
• Καθιέρωση τακτικών και υποχρεωτικών διαδικασιών επαναξιολόγησης της κατάστασης των ωφελούμενων, καθώς και της ανταπόκρισης των δικαστικών συμπαραστατών στον ρόλο τους.
• Πρόβλεψη συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου ισχύος της δικαστικής συμπαράστασης και υποχρεωτικής περιοδικής επανεξέτασής της βάσει σαφών κριτηρίων.
• Θεσμική αναγνώριση ότι η άρση της δικαστικής συμπαράστασης αποτελεί διαδικασία ισότιμης σημασίας με την επιβολή της και πρέπει να εξετάζεται συστηματικά, εκτός εάν τεκμηριώνεται η ανάγκη συνέχισής της.
• Ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ δικαστικών συμπαραστατών και επιστημονικών ομάδων των δομών ψυχικής υγείας.
• Διασφάλιση ότι οι οικονομικοί πόροι των ωφελούμενων αξιοποιούνται αποκλειστικά προς όφελός τους, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης αναγκών κοινωνικοποίησης, καθημερινής διαβίωσης και θεραπευτικής υποστήριξης.
________________________________________
Καταληκτικές επισημάνσεις.
Τα ανωτέρω ζητήματα αναδεικνύονται από την εμπειρία εφαρμογής του θεσμού στο πεδίο των Μονάδων Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης και αποτυπώνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες στην καθημερινή υποστήριξη των ωφελούμενων που τελούν υπό καθεστώς δικαστικής συμπαράστασης.
Η ανάδειξη των ζητημάτων αυτών δεν αποσκοπεί στην αμφισβήτηση του προστατευτικού ρόλου του θεσμού, αλλά στην επισήμανση της ανάγκης εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης του υφιστάμενου πλαισίου, ώστε να διασφαλίζεται στην πράξη η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των ωφελούμενων, η ενίσχυση της αυτονομίας τους και η βελτίωση της ποιότητας ζωής τους.
Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται αναγκαία η θεσμική επανεξέταση επιμέρους πτυχών της εφαρμογής της δικαστικής συμπαράστασης, με γνώμονα την εναρμόνιση με τις αρχές της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και τη διασφάλιση ενός πιο υποστηρικτικού, διαφανούς και λειτουργικού συστήματος.
