Η Εκκλησία, ως ένας από τους πιο διαχρονικούς κοινωνικούς θεσμούς, έχει ιστορικά σημαντική παρουσία τόσο στη στήριξη των ανθρώπων που βιώνουν πένθος και απώλεια όσο και στη διαμόρφωση ενός πλαισίου αξιών που προάγει τον σεβασμό προς τη ζωή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μέσα από την ποιμαντική της παρουσία, τις τελετουργίες του τελευταίου αποχαιρετισμού αλλά και την καθημερινή επαφή με τις κοινότητες, βρίσκεται συχνά δίπλα σε ανθρώπους που βιώνουν αυτοκτονικές σκέψεις.
Η διαδικασία του τελευταίου «αντίο» αποτελεί για πολλές οικογένειες ένα ιδιαίτερα σημαντικό στάδιο επεξεργασίας του πένθους. Οι τελετουργίες που συνοδεύουν τον θάνατο δεν αποτελούν μόνο θρησκευτικές πρακτικές, αλλά λειτουργούν συχνά ως συλλογικοί τρόποι νοηματοδότησης της απώλειας και στήριξης των ανθρώπων που καλούνται να συνεχίσουν τη ζωή τους μετά από ένα τραυματικό γεγονός.
Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις αυτοκτονίας, το πένθος των οικείων εμφανίζει συχνά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι άνθρωποι που μένουν πίσω καλούνται να διαχειριστούν, πέρα από τη βαθιά θλίψη της απώλειας, αισθήματα ενοχής, αναπάντητα ερωτήματα, κοινωνικό στίγμα και πολλά άλλα επώδυνα συναισθήματα. Σε αυτό το πλαίσιο, η δυνατότητα ενός αξιοπρεπούς αποχαιρετισμού και η παρουσία μιας κοινότητας που αναγνωρίζει τον πόνο των συγγενών μπορεί να λειτουργήσει ουσιαστικά υποστηρικτικά.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ότι πολλές μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος έχουν απομακρυνθεί από παλαιότερες πρακτικές που αντιμετώπιζαν την αυτοκτονία αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αμαρτίας και συχνά οδηγούσαν στον αποκλεισμό του αυτόχειρα από τις τελετές ταφής. Η σταδιακή αυτή μετατόπιση προς μια περισσότερο ποιμαντική και υποστηρικτική στάση αντανακλά την αναγνώριση της πολυπλοκότητας των ψυχικών δυσκολιών που μπορεί να βιώνει ένας άνθρωπος πριν από μια τέτοια πράξη, αλλά και την ανάγκη στήριξης των οικογενειών που μένουν πίσω.
Στο πλαίσιο αυτό, η διαχείριση του θανάτου και ο σεβασμός της τελευταίας επιθυμίας ενός ανθρώπου αποτελούν σημαντικό στοιχείο για τη διαδικασία του πένθους των συγγενών. Η δυνατότητα αξιοπρεπούς διαχείρισης του θανάτου, σύμφωνα με τις επιθυμίες του εκλιπόντος και των οικείων του, αποτελεί βασικό στοιχείο μιας κοινωνίας που σέβεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Σε αυτή τη συζήτηση εντάσσεται και το ζήτημα της αποτέφρωσης. Φέτος συμπληρώνονται είκοσι χρόνια από τη θεσμοθέτησή της στην Ελλάδα. Αν και θεσμοθετήθηκε το 2006, για πολλά χρόνια δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντός της χώρας, καθώς δεν υπήρχαν λειτουργικά κέντρα αποτέφρωσης. Ως αποτέλεσμα, πολλές οικογένειες αναγκάζονταν να μεταφέρουν τη σορό αγαπημένων τους προσώπων σε γειτονικές χώρες προκειμένου να εκπληρώσουν τη σχετική επιθυμία του εκλιπόντος, μια διαδικασία που συχνά συνεπαγόταν σημαντική οικονομική επιβάρυνση αλλά και πρόσθετο ψυχικό φορτίο.
Παρά τη σταδιακή ανάπτυξη υποδομών τα τελευταία χρόνια και την αύξηση των αποτεφρώσεων, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τα χαμηλότερα ποσοστά αποτέφρωσης στην Ευρώπη, περίπου στο 4–5% των θανάτων. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η πρακτική βρίσκεται ακόμη σε μεταβατικό στάδιο και αντανακλά πολιτισμικούς, θρησκευτικούς και θεσμικούς παράγοντες που εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επιλογές γύρω από το τέλος της ζωής.
Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις θανάτων από αυτοκτονία, το ζήτημα της αποτέφρωσης έχει αναδειχθεί μέσα από τις μαρτυρίες επιζώντων που απευθύνονται στις υπηρεσίες υποστήριξης της ΚΛΙΜΑΚΑ. Στο πλαίσιο της λειτουργίας του Κέντρου Ημέρας για την Πρόληψη της Αυτοκτονίας, οικογένειες έχουν αναφέρει ότι, σε μια ήδη τραυματική διαδικασία πένθους, χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν επιπλέον δυσκολίες προκειμένου να πραγματοποιηθεί αποτέφρωση στο εξωτερικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάζει και την πληρότητα της καταγραφής των σχετικών περιστατικών στις εγχώριες στατιστικές.
Η ΚΛΙΜΑΚΑ επισημαίνει ότι ο δημόσιος διάλογος γύρω από τη διαχείριση του θανάτου δεν αφορά μόνο τεχνικά ή διοικητικά ζητήματα. Συνδέεται ευρύτερα με ζητήματα δικαιωμάτων, σεβασμού της προσωπικής βούλησης και υποστήριξης των ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με μία τραγική απώλεια.
Σε μια κοινωνία που εξελίσσεται, η διασφάλιση εναλλακτικών επιλογών για τη διαχείριση του θανάτου, με σεβασμό στις πεποιθήσεις και τις επιθυμίες κάθε ανθρώπου, αποτελεί στοιχείο πολιτισμού, ανθρωπισμού και κοινωνικής ωριμότητας. Η ΚΛΙΜΑΚΑ υποστηρίζει σταθερά το δικαίωμα κάθε ανθρώπου στη ζωή, αλλά και την ανάγκη διασφάλισης αξιοπρέπειας και σεβασμού στη διαχείριση του θανάτου, τόσο για τον ίδιο όσο και για τους ανθρώπους που καλούνται να διαχειριστούν την απώλειά του.
